Φωτογραφία: Pexels · ενδεικτική εικόνα.

Όταν επιβάλλεται ένας φόρος σε ένα προϊόν, συχνά ακούμε ότι «θα τον πληρώσουν οι επιχειρήσεις» ή «θα περάσει όλος στον καταναλωτή». Κανένα από τα δύο δεν προκύπτει αυτόματα από το ποιος έχει την υποχρέωση να τον αποδώσει στο κράτος.

Χρειάζεται να ξεχωρίσουμε τη νομική υποχρέωση από την οικονομική επιβάρυνση. Η δεύτερη εξαρτάται από το πώς θα αλλάξουν οι τιμές, οι ποσότητες και τα ποσά που μένουν στους πωλητές. Ακολουθεί υποθετικό παράδειγμα, όχι περιγραφή ισχύοντος ελληνικού φόρου ή φορολογική συμβουλή.

Το ίδιο προϊόν πριν από τον φόρο

Ένα τυποποιημένο προϊόν πωλείται 10 ευρώ. Υποθέτουμε ότι δεν υπάρχουν άλλοι φόροι στο παράδειγμα και ότι το μεταβλητό κόστος του πωλητή είναι 6 ευρώ ανά τεμάχιο. Του μένουν 10 − 6 = 4 ευρώ για κάλυψη σταθερών εξόδων και κέρδος.

Εισάγεται τώρα φόρος 2 ευρώ ανά τεμάχιο, τον οποίο ο πωλητής αποδίδει στο κράτος. Δεν είναι ποσοστιαίος ΦΠΑ: χρησιμοποιούμε σταθερό ποσό για να βλέπουμε καθαρά τη διαφορά ανάμεσα στην τιμή που πληρώνει ο πελάτης και στο ποσό που κρατά ο πωλητής πριν αφαιρέσει το κόστος του.

Σενάριο 1: όλος ο φόρος περνά στην τελική τιμή

Η τιμή ανεβαίνει από 10 σε 12 ευρώ. Ο καταναλωτής πληρώνει 2 ευρώ περισσότερο. Από τα 12 ευρώ ο πωλητής αποδίδει 2 στο κράτος και κρατά 10. Με κόστος 6 ευρώ, η συνεισφορά ανά τεμάχιο παραμένει 4 ευρώ.

Ανά τεμάχιο που εξακολουθεί να πωλείται, ο καταναλωτής έχει αναλάβει όλη την αύξηση. Αυτό όμως δεν αποδεικνύει ότι η επιχείρηση δεν επηρεάστηκε συνολικά. Αν πουλά πλέον 80 τεμάχια αντί για 100, η μηνιαία συνεισφορά της πέφτει από 4 × 100 = 400 σε 4 × 80 = 320 ευρώ.

Η πλήρης μετακύλιση στην τιμή και η διατήρηση των συνολικών κερδών είναι διαφορετικά πράγματα. Η αύξηση τιμής μπορεί να μειώσει τη ζήτηση.

Σενάριο 2: η επιχείρηση απορροφά τον φόρο

Η τιμή παραμένει 10 ευρώ, επειδή ο πωλητής εκτιμά ότι μια αύξηση θα έδιωχνε πάρα πολλούς πελάτες. Αποδίδει 2 ευρώ στο κράτος και κρατά 8. Με το ίδιο κόστος των 6 ευρώ, η συνεισφορά του πέφτει στα 2 ευρώ ανά τεμάχιο.

Ο καταναλωτής δεν πληρώνει υψηλότερη τιμή στην αγορά αυτή. Η επιχείρηση έχει μικρότερο περιθώριο. Αν οι πωλήσεις παραμείνουν 100 τεμάχια, η συνεισφορά γίνεται 200 ευρώ αντί για 400. Στην πράξη μπορεί αργότερα να αλλάξουν η παραγωγή, οι επενδύσεις ή η παραμονή κάποιων επιχειρήσεων στην αγορά. Δεν υποθέτουμε ότι η απορρόφηση είναι απεριόριστα βιώσιμη.

Σενάριο 3: η επιβάρυνση μοιράζεται

Η νέα τιμή είναι 11 ευρώ. Ο καταναλωτής επιβαρύνεται κατά 1 ευρώ. Ο πωλητής αποδίδει 2 ευρώ και κρατά 9, δηλαδή 1 ευρώ λιγότερο από πριν. Με κόστος 6 ευρώ, η συνεισφορά είναι 3 ευρώ ανά τεμάχιο.

Στο συγκεκριμένο αριθμητικό παράδειγμα, το βάρος ανά συναλλαγή μοιράζεται εξίσου. Δεν υπάρχει κανόνας ότι αυτό συμβαίνει πάντα. Θα μπορούσε η τιμή να γίνει 10,50 ή 11,70 ευρώ, ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς.

Σενάριο Πληρώνει ο πελάτης Κρατά ο πωλητής μετά τον φόρο
Πριν 10 € 10 €
Πλήρης μετακύλιση 12 € 10 €
Απορρόφηση 10 € 8 €
Μοίρασμα 11 € 9 €

Τι καθορίζει ποιος μπορεί να αποφύγει την επιβάρυνση

Η βασική ιδέα είναι η δυνατότητα αντίδρασης. Αν ο αγοραστής μπορεί εύκολα να περιορίσει την αγορά ή να επιλέξει υποκατάστατο, μια αύξηση τιμής είναι δυσκολότερο να περάσει. Αν δεν έχει πρακτική εναλλακτική, η ζήτηση αντιδρά λιγότερο.

Αντίστοιχα, έχει σημασία πόσο εύκολα οι προμηθευτές μπορούν να περιορίσουν ή να μετακινήσουν την παραγωγή τους. Η σχετική ευαισθησία ζήτησης και προσφοράς —οι ελαστικότητες— επηρεάζει την κατανομή του φόρου. Η ανάλυση του ΔΝΤ για τη φορολογική επίπτωση εξηγεί γιατί, στο βασικό ανταγωνιστικό υπόδειγμα, η πλευρά με μικρότερη δυνατότητα προσαρμογής τείνει να σηκώνει μεγαλύτερο βάρος, ανεξάρτητα από το ποιος αποδίδει τον φόρο.

Αυτό δεν μετατρέπει τον κανόνα σε αυτόματο υπολογιστή για κάθε πραγματική αγορά. Ο βαθμός ανταγωνισμού, τα συμβόλαια, τα αποθέματα και ο χρόνος προσαρμογής μπορούν επίσης να επηρεάσουν την τιμή.

Σενάριο 4: ο φόρος μειώνεται — πέφτει υποχρεωτικά η τιμή;

Ξεκινάμε από το σενάριο με τελική τιμή 11 ευρώ και φόρο 2 ευρώ. Αν ο φόρος πέσει στο 1 ευρώ και η τιμή μειωθεί στα 10 ευρώ, ο πωλητής εξακολουθεί να κρατά 9. Ο καταναλωτής παίρνει ολόκληρο το όφελος της μείωσης.

Αν η τιμή παραμείνει 11 ευρώ, ο πωλητής κρατά 10 και ωφελείται κατά 1 ευρώ. Αν γίνει 10,50 ευρώ, μοιράζονται το όφελος. Οι τρεις περιπτώσεις δείχνουν γιατί η μείωση ενός φόρου δεν συνεπάγεται μηχανικά ισόποση μείωση της λιανικής τιμής.

Για να αξιολογήσουμε μια πραγματική αλλαγή, χρειάζεται να ξέρουμε τι θα συνέβαινε στην τιμή χωρίς αυτήν. Μια παράλληλη αύξηση κόστους μπορεί να κρύβει μέρος του αποτελέσματος. Η απλή φωτογραφία της τιμής πριν και μετά δεν απομονώνει πάντα την αιτία.

Το ερώτημα που αξίζει να κάνουμε

Αντί να μένουμε στο «ποιος καταβάλλει τον φόρο», εξετάζουμε ποιος πληρώνει υψηλότερη τιμή, ποιος εισπράττει λιγότερα και πώς αλλάζει η ποσότητα που πωλείται. Όλα τα ποσά συνεισφοράς του παραδείγματος είναι πριν από σταθερά έξοδα και άλλες επιβαρύνσεις, όχι καθαρά κέρδη. Με αυτή τη διάκριση, η συζήτηση για έναν φόρο γίνεται πιο συγκεκριμένη και λιγότερο παραπλανητική.