Φωτογραφία: Pexels · ενδεικτική εικόνα.
Μια επιδότηση δίνεται για να βοηθήσει τον αγοραστή. Αν όμως μετά την ανακοίνωσή της αυξηθούν οι τιμές, ένα μέρος του οφέλους μπορεί να μεταφερθεί στον πωλητή. Αυτό δεν συμβαίνει πάντα ούτε με το ίδιο ποσοστό. Το κρίσιμο είναι αν η αγορά μπορεί να προσφέρει περισσότερα από όσα επιδοτεί το κράτος.
Θα χρησιμοποιήσουμε ένα υποθετικό μηνιαίο επίδομα στέγασης, με το ίδιο νοικοκυριό και το ίδιο αρχικό ενοίκιο. Δεν περιγράφουμε συγκεκριμένο ελληνικό πρόγραμμα, δικαιούχους ή πραγματικές αυξήσεις ενοικίων.
Η αφετηρία: ενοίκιο 600 ευρώ και ενίσχυση 100 ευρώ
Μια οικογένεια πληρώνει 600 ευρώ τον μήνα. Θεσπίζεται επίδομα 100 ευρώ για δικαιούχα νοικοκυριά σαν αυτήν. Αν τίποτα άλλο δεν αλλάξει, η οικογένεια καταβάλλει στον ιδιοκτήτη 600 ευρώ αλλά καλύπτει από τους δικούς της πόρους 600 − 100 = 500 ευρώ.
Η άμεση εξοικονόμηση είναι 100 ευρώ. Όμως μια ενίσχυση που αφορά πολλούς υποψήφιους μπορεί να αυξήσει τη δυνατότητά τους να διεκδικήσουν κατοικίες. Το αποτέλεσμα εξαρτάται από το πόσες κατάλληλες κατοικίες υπάρχουν και από το πώς αντιδρούν οι ιδιοκτήτες και οι κατασκευαστές.
Σενάριο 1: υπάρχουν διαθέσιμα σπίτια και η τιμή δεν αλλάζει
Υποθέτουμε ότι στην περιοχή υπάρχουν αρκετές παρόμοιες κενές κατοικίες. Αν ένας ιδιοκτήτης αυξήσει πολύ το ενοίκιο, ο υποψήφιος μπορεί να βρει άλλο σπίτι. Το ενοίκιο της οικογένειας παραμένει 600 ευρώ και η καθαρή της επιβάρυνση πέφτει στα 500.
Εδώ η οικογένεια κρατά όλο το άμεσο όφελος. Δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει κόστος: τα 100 ευρώ χρηματοδοτούνται από δημόσιους πόρους. Για μια συνολική αξιολόγηση χρειάζεται να συνυπολογίσουμε τη χρηματοδότηση και τον κοινωνικό σκοπό της παρέμβασης. Απλώς, στο συγκεκριμένο παράδειγμα, δεν έχουμε αύξηση ενοικίου που να απορροφά την ενίσχυση.
Σενάριο 2: τα σπίτια είναι λίγα και το ενοίκιο ανεβαίνει στα 660 ευρώ
Κρατάμε το ίδιο επίδομα των 100 ευρώ. Τώρα, όμως, τα διαθέσιμα σπίτια είναι περιορισμένα και δεν μπορούν να αυξηθούν γρήγορα. Υποθέτουμε ότι η ενίσχυση αυξάνει τον ανταγωνισμό των υποψηφίων και οδηγεί το ενοίκιο από 600 σε 660 ευρώ, με όλες τις άλλες συνθήκες σταθερές.
Η οικογένεια πληρώνει καθαρά 660 − 100 = 560 ευρώ. Κερδίζει 40 ευρώ σε σχέση με τα αρχικά 600, όχι 100. Ο ιδιοκτήτης εισπράττει 60 ευρώ περισσότερα. Από την ενίσχυση, τα 40 ευρώ μένουν ως άμεση εξοικονόμηση στον ενοικιαστή και τα 60 αντανακλώνται στην υψηλότερη τιμή.
Τα 60 ευρώ είναι πρόσθετο ακαθάριστο έσοδο, όχι αυτομάτως καθαρό κέρδος. Και το ποσοστό 60% είναι υπόθεση του παραδείγματος, όχι εκτίμηση για πραγματικά επιδόματα.
Σενάριο 3: η αύξηση απορροφά ολόκληρη την ενίσχυση
Αν, με το ίδιο υποθετικό επίδομα, το ενοίκιο φτάσει στα 700 ευρώ, η οικογένεια καλύπτει 700 − 100 = 600 ευρώ. Η επιβάρυνσή της επιστρέφει στην αφετηρία. Ο ιδιοκτήτης εισπράττει 100 ευρώ επιπλέον.
Αυτό είναι ένα ακραίο εκπαιδευτικό σενάριο πλήρους απορρόφησης της ενίσχυσης στην τιμή, όχι αναπόφευκτη εξέλιξη. Επιπλέον, ένα μη δικαιούχο νοικοκυριό που αντιμετωπίζει την ίδια νέα τιμή θα πληρώσει 700 ευρώ χωρίς αντιστάθμιση. Γι’ αυτό μια πολιτική μπορεί να έχει διαφορετικά αποτελέσματα για δικαιούχους και μη δικαιούχους.
| Ενοίκιο μετά | Με επίδομα 100 € | Όφελος οικογένειας |
|---|---|---|
| 600 € | 500 € | 100 € |
| 660 € | 560 € | 40 € |
| 700 € | 600 € | 0 € |
Σενάριο 4: μαζί με την ενίσχυση αυξάνεται η προσφορά
Υποθέτουμε τώρα ότι η ενίσχυση συνδυάζεται με επισκευή και διάθεση επιπλέον κατοικιών. Αν αυτό περιορίσει την άνοδο του ενοικίου στα 620 ευρώ, η οικογένεια πληρώνει καθαρά 620 − 100 = 520 ευρώ και ωφελείται κατά 80.
Δεν ισχυριζόμαστε ότι κάθε πρόγραμμα προσφοράς θα έχει αυτό το αποτέλεσμα. Η κατασκευή χρειάζεται χρόνο, τα σπίτια πρέπει να βρίσκονται εκεί όπου υπάρχει ανάγκη και η ανακαίνιση πρέπει πράγματι να καταλήγει σε διαθέσιμη μίσθωση. Το σενάριο δείχνει γιατί η πλευρά της προσφοράς είναι σημαντική για την αποτελεσματικότητα της ενίσχυσης.
Ο ΟΟΣΑ διακρίνει τις παρεμβάσεις στήριξης της ζήτησης από εκείνες που αυξάνουν το απόθεμα κατοικιών. Σε ανάλυσή του για την προσιτή στέγαση επισημαίνει τον κίνδυνο η ενίσχυση της αγοραστικής δυνατότητας, όταν η προσφορά περιορίζεται, να ωθεί υψηλότερα τις τιμές κατοικιών. Η μεταφορά του μηχανισμού στο δικό μας αριθμητικό παράδειγμα παραμένει υποθετική.
Μια αύξηση μετά την επιδότηση αποδεικνύει ότι φταίει η επιδότηση;
Όχι. Μπορεί παράλληλα να αυξήθηκαν τα κατασκευαστικά κόστη, να μετακινήθηκαν περισσότεροι εργαζόμενοι στην περιοχή ή να μειώθηκαν οι διαθέσιμες κατοικίες. Για να απομονώσουμε την επίδραση της πολιτικής χρειαζόμαστε σύγκριση με το τι θα συνέβαινε χωρίς αυτήν.
Τα παραδείγματα κρατούν τις άλλες συνθήκες σταθερές για να εξηγήσουν μία αιτία. Μια πραγματική αξιολόγηση χρειάζεται στοιχεία για τιμές συναλλαγών, ποσότητες, δικαιούχους, περιοχές και χρονική διάρκεια. Η χρονική ακολουθία από μόνη της δεν αρκεί.
Τι κάνει τη διαφορά στον σχεδιασμό
Έχει σημασία πόσοι επιδοτούνται, πόσο γρήγορα εφαρμόζεται το μέτρο, αν υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ προμηθευτών και αν αυξάνεται πραγματικά η διαθέσιμη ποσότητα. Μια ενίσχυση μπορεί επίσης να έχει στόχο την αποτροπή άμεσης στέρησης ή απώλειας κατοικίας, ακόμη και αν δεν μειώνει τη συνολική τιμή της αγοράς.
Το σωστό ερώτημα δεν είναι αν «όλες οι επιδοτήσεις είναι καλές ή κακές». Είναι πόσο από το δημόσιο ποσό φτάνει στον επιδιωκόμενο σκοπό, ποιοι ωφελούνται και ποιες παράλληλες παρεμβάσεις χρειάζονται. Για τη βάση του παραδείγματος, δες γιατί η έλλειψη κατάλληλων κατοικιών μπορεί να διατηρεί υψηλά τα ενοίκια.





