Το «leasing χωρίς προκαταβολή» απαντά σε μια πραγματική ανάγκη: να αποκτήσει κάποιος πρόσβαση σε αυτοκίνητο χωρίς να δεσμεύσει μεγάλο κεφάλαιο στην αρχή. Δεν απαντά όμως από μόνο του στο ερώτημα πόσο θα πληρώσει μέχρι την επιστροφή του οχήματος. Η διαφορά βρίσκεται ανάμεσα στο διαφημιζόμενο μίσθωμα, στην αρχική ταμειακή εκροή και στο συνολικό συμβατικό κόστος.
Η απουσία προκαταβολής δεν συνεπάγεται μηδενικό ποσό κατά την παραλαβή. Στην περιγραφή της υπηρεσίας του instacar, για παράδειγμα, αναφέρεται εγγραφή 270 ευρώ πλέον ΦΠΑ και ποσό instastart που αντιστοιχεί σε ένα έως τρία μισθώματα, ανάλογα με το πακέτο. Η εταιρεία περιγράφει την επιστροφή του μέσω των όρων της συνδρομής. Πρόκειται για διαφορετική δομή από μια μίσθωση με μεγάλη αρχική καταβολή, όχι για απουσία κάθε αρχικού κόστους.
Τρεις αριθμοί που πρέπει να συγκρίνονται χωριστά
Ο πρώτος αριθμός είναι το ποσό που απαιτείται για να ξεκινήσει η σύμβαση. Ο δεύτερος είναι η μηνιαία επιβάρυνση. Ο τρίτος είναι το άθροισμα όλων των μη επιστρεφόμενων πληρωμών στη διάρκεια χρήσης. Μια επιστρεφόμενη εγγύηση επηρεάζει τον πρώτο αριθμό και τη ρευστότητα, χωρίς να αποτελεί οριστικό κόστος όταν πράγματι επιστρέφεται ολόκληρη.
Αυτό έχει σημασία για μια επιχείρηση που χρειάζεται περισσότερα οχήματα. Δέκα δεσμεύσεις των 1.000 ευρώ αφαιρούν προσωρινά 10.000 ευρώ από το διαθέσιμο ταμείο. Η καταχώριση μιας πληρωμής ως επιστρεφόμενης δεν αναιρεί την ανάγκη να χρηματοδοτηθεί. Η ακριβής ημερομηνία και οι προϋποθέσεις επιστροφής αλλάζουν την αξιολόγηση.
Πώς συγκρίνονται δύο συμβόλαια
Ακολουθεί υποθετικό αριθμητικό παράδειγμα, όχι προσφορά παρόχου. Η επιλογή Α κοστίζει 350 ευρώ τον μήνα και έχει μη επιστρεφόμενο κόστος έναρξης 300 ευρώ. Η επιλογή Β κοστίζει 300 ευρώ τον μήνα και απαιτεί αρχική μη επιστρεφόμενη πληρωμή 2.400 ευρώ. Υποθέτουμε διάρκεια 36 μηνών, ίδιες καλύψεις, ίδιο όχημα, ίδια χιλιόμετρα και όλες τις τιμές με τους ίδιους φόρους ήδη συμπεριλαμβανόμενους.
Η Α φτάνει στα 12.900 ευρώ και η Β στα 13.200 ευρώ. Παρότι η δεύτερη εμφανίζει χαμηλότερη δόση κατά 50 ευρώ, κοστίζει 300 ευρώ περισσότερο στην τριετία. Το ισοδύναμο μηνιαίο κόστος είναι περίπου 358 και 367 ευρώ αντίστοιχα. Αν στη Β η αρχική καταβολή ήταν επιστρεφόμενη, το αποτέλεσμα θα άλλαζε: γι’ αυτό οι πληρωμές χρειάζονται ταξινόμηση και δεν προστίθενται μηχανικά.
Το όριο χιλιομέτρων αλλάζει το αποτέλεσμα
Η Ayvens περιγράφει τη διάρκεια και την ετήσια απόσταση ως παραμέτρους της προσφοράς, ενώ προβλέπει ενδεχόμενες πρόσθετες χρεώσεις υπέρβασης. Για μια σωστή σύγκριση, ένα συμβόλαιο 15.000 χιλιομέτρων δεν πρέπει να τοποθετείται δίπλα σε ένα των 25.000 σαν να προσφέρουν την ίδια υπηρεσία.
Στο υποθετικό παράδειγμα, αν ο οδηγός ξεπερνά το όριο κατά 5.000 χιλιόμετρα τον χρόνο και η συμφωνημένη χρέωση είναι 0,08 ευρώ ανά επιπλέον χιλιόμετρο, προκύπτουν 400 ευρώ ετησίως ή 1.200 στην τριετία. Το ποσό αρκεί για να ανατρέψει μια μικρή διαφορά μισθωμάτων. Ο συντελεστής αυτός είναι παραδοχή υπολογισμού, όχι δημοσιευμένη τιμή εταιρείας.
Η έξοδος έχει επίσης τιμή
Η επιστροφή δεν είναι απλώς η παράδοση των κλειδιών. Στις οδηγίες εξυπηρέτησης της Ayvens αναφέρονται καταγραφή χιλιομέτρων και κατάστασης, τεχνικός έλεγχος και ενδεχόμενη επιβάρυνση για σοβαρότερες ζημιές. Οι ανεκτές φθορές, η ασφαλιστική απαλλαγή και η πρόωρη διακοπή χρειάζονται ξεχωριστή ανάγνωση της σύμβασης.
Για τον ιδιώτη, η τελική σύγκριση γίνεται με τον ΦΠΑ μέσα στον λογαριασμό. Για την επιχείρηση, η φορολογική αντιμετώπιση εξετάζεται χωριστά από το ταμειακό κόστος και δεν υποκαθιστά τη σύγκριση των προσφορών. Η οικονομικότερη επιλογή προκύπτει όταν τιμολογηθεί η πραγματική χρήση: ίδιο όχημα, ίδια διάρκεια, ίδια απόσταση και ίδιο επίπεδο κάλυψης. Μόνο τότε η μηνιαία δόση αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο.
Χρήσιμη είναι και μια δεύτερη γραμμή σύγκρισης για πρόωρη αποχώρηση, για παράδειγμα στον δωδέκατο μήνα. Δεν αρκεί το συνολικό κόστος της κανονικής λήξης αν υπάρχει σοβαρή πιθανότητα αλλαγής εργασίας, τόπου κατοικίας ή αναγκών. Το ποσό εξόδου πρέπει να ζητείται γραπτώς, με τις προϋποθέσεις του, και να παραμένει χωριστό από το βασικό σενάριο πλήρους διάρκειας.




